Το Αθλητικό

Να 'χα κι εγώ μονάχα λίγο, Νικολέττα Παπακωνσταντίνου
ακρυλικό και κάρβουνο σε καμβα / 147x92cm
Ήμουν ένα σχετικά παχύ και αγύμναστο αγόρι στα χρόνια του Δημοτικού. Από επιλογή, δεν συμμετείχα στα ίδια παιχνίδια με τα άλλα παιδιά. Έτρεχα πιο γρήγορα από πολλούς, αλλά όχι για πολύ. Κουραζόμουν εύκολα, όπως και τώρα. Τα απογεύματα, όταν γυρνούσε η μητέρα μου από τη δουλειά και φώτιζε το σπίτι με ένα θερμό και ανεξήγητο πορτοκαλί, πηγαίναμε συχνά οι δυο μας στο αθλητικό κέντρο της περιοχής. 

Το «Αθλητικό», όπως το λέγαμε, ήταν ένας πολύ μεγάλος, ανοιχτός χώρος που διέθετε γήπεδα του τένις, γήπεδα του μπάσκετ, ένα μικρό θεατράκι, δεντρόφυτα κηπάκια με πλακόστρωτα μονοπάτια. Οι παιδικές μου αναμνήσεις ίσως να φυλάνε το Αθλητικό στο μυαλό μου αρκετά πιο μεγάλο και πιο φωτεινό απ' ότι πράγματι ήταν. Ίσως, ακόμα, γι' αυτό έχω αποφύγει να επιστρέψω εκεί, εδώ και πολλά χρόνια. 

Αυτό που θυμάμαι με απόλυτη σιγουριά είναι πως, πίσω από τα γήπεδα, το θεατράκι και τα κηπάκια, τον ενήλικο και έκθετο σε πολλούς χώρο, όπως τον είχα καταχωρημένο στο μυαλό μου, υπήρχε μία παιδική χαρά, μία από τις πέντε αγαπημένες μου. Αφού κάναμε μια σύντομη βόλτα με τη μητέρα μου στα πλακόστρωτα μονοπάτια, καταλήγαμε πάντα στην ανήλικη, μικρή παιδική χαρά που αγαπούσα.

Εκεί πέρασα από το κάθισμα της κούνιας για μωρά, στο κάθισμα της κούνιας για πιο μεγάλα παιδιά. Εκεί με έσπρωχναν οι δικοί μου για να παριστάνω το εκκρεμές, εκεί επίσης κατέληξα να το παριστάνω χωρίς επιπλέον βοήθεια. Οι τσουλήθρες, το γύρω-γύρω-όλοι που ακόμα δεν ξέρω πως πραγματικά το λένε, οι τραμπάλες, όλα κομμάτι του παιχνιδιού μου. Ένα μόνο μέρος της παιδικής χαράς απέφευγα να κοιτάξω. 

Το μονόζυγο με τρόμαζε και μόνο στην παρουσία του. Τα άλλα παιδιά περνούσαν σαν να ήταν αέρας. Εγώ και μόνο στην σκέψη έπεφτα στα γόνατα. Ήταν πολύ ψηλό για μένα κι ας περνούσα σε ύψος πολλά από τ’ άλλα παιδιά. Οι παλάμες μου ήταν κι εκείνες υγρές. Ακόμα είναι. Οι νωπές μου παλάμες δεν επέτρεπαν να παραμείνω για πάνω από μερικά δευτερόλεπτα στην μπάρα, πόσο μάλλον να προχωρήσω στην επόμενη.

Πέρασε καιρός εκεί, με τη μητέρα μου να κάνει πορτοκαλί τα απογεύματα, να με πηγαίνει στο Αθλητικό και να περιμένει μαζί μου να φύγουν τα άλλα παιδιά, για να νιώθω άνετα με τις αποτυχημένες μου προσπάθειες στο μονόζυγο. Μια μέρα, μετά από πολλές πτώσεις, που μου στοίχησαν, έβαλα τα κλάματα και έτρεξα στη μητέρα μου να της πω πως δεν θα τα καταφέρω ποτέ, δεν θα περάσω ποτέ απέναντι. Μάλλον τα άλλα παιδιά ήταν προικισμένα με κάτι που εγώ δεν είχα.

Δεν θυμάμαι την απάντησή της. Θυμάμαι την έκφρασή της ενώ μου μιλούσε. Ήταν ίδια όπως κάθε φορά που την χρειάστηκα, για να μου πει πως θα τα καταφέρω με τις εξετάσεις του Ιουνίου, με τις πανελλαδικές, με τον δίσκο, με το λάιβ. Θυμάμαι ότι, όπως δεν είχε επέμβει ως τότε, έτσι και εκείνη τη φορά απλώς μου είπε «τώρα θα περάσεις απέναντι». Το πίστευε.

Άρπαξα, τότε, μια χούφτα από σκονισμένα χαλίκια, για να πάρουν την υγρασία απ' τις παλάμες μου και ανέβηκα στο μονόζυγο. Μέσα στα επόμενα λεπτά είχα περάσει απέναντι πάνω από τριάντα φορές. Στο τέλος έπεσα κάτω και σχεδόν δεν μπορούσα να ανασάνω. Περνούσα πια πιο γρήγορα από πολλούς, αλλά όχι για πολύ. Και κουραζόμουν εύκολα, όπως και τώρα. Αλλά τα είχα καταφέρει.

Δεν πέρασε καιρός από εκείνο το απόγευμα που έπαψα να πηγαίνω στην παιδική χαρά. Ούτε έπιασα ξανά το μονόζυγο. Εκείνη τη μοναδική φορά δεν είχα καν θεατές, όπως τα παιδιά που περνούσαν απέναντι πριν, με μία ανεξήγητη άνεση κι εγώ τα χάζευα. Ήταν εκεί μόνο η μητέρα μου, που χαράκτηκε μέσα μου να λέει «τώρα θα περάσεις απέναντι». Κι ας μη το θεώρησε ποτέ απαραίτητο.

...και οι μόνοι

oil on canvas / 160x120cm
Η σταγόνα στο πρόσωπό της φευγαλέα – κύλησε κιόλας. Τώρα βρέχει για όλες τις άνυδρες μέρες του καλοκαιριού, τώρα η θάλασσα επιστρέφει απ’ τον ουρανό. Εκείνη επιταχύνει το βήμα της – η ταχύτητα τής δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι θα μπορέσει να ξεφύγει απ’ την καταιγίδα. Τα άλλοτε αέρινα μαλλιά της έχουν βαρύνει απ’ το νερό κι έχουν προδώσει το καστανό τους χρώμα για ένα πρόσκαιρο μελαχρινό.

Μέσα απ’ τις πικροδάφνες περνά η βροχή κι ανθοφορεί μαζί τους. Στη μέση ο δρόμος ποταμός και γόνδολες τ’ αμάξια – τρέχει τώρα, σε μια Βενετία της στιγμής. Αλλάζει γειτονιά, αλλάζει βήμα, βλέμμα κι όνομα. Σε κάθε γωνιά της πόλης παρελαύνουν ελεύθεροι οι παράλληλοι εαυτοί της, οι άλλες εκδοχές της. Οι περαστικοί πίσω απ’ τα ρούχα τους διαβαίνουν χωρίς πρόσωπο και μια σφαίρα τους συνοδεύει, σκιά στο βήμα τους.

Όπως κατεβαίνει τις σκάλες του μετρό, οι ήχοι της ροής του ποταμού μπλέκονται στην οχλοβοή. Ο ίδιος ο ποταμός ακολουθεί τα βήματά της προς τον σταθμό. Οι παράλληλοι εαυτοί της στριμώχνονται και μικραίνουν – ξάφνου γίνονται παιδιά της, τα χέρια τους ξετρυπώνουν ανάμεσα απ’ τα σώματα του πλήθους κι αναζητούν το δικό της χέρι. Σπρώχνει τον κόσμο, τα άδεια ρούχα τους κι αυτοί ποδοπατούνται στην προσπάθεια να της ξεφύγουν. Κανείς δε χωρά στο αγοραφοβικό οπτικό της πεδίο.

Οι αστραπές δεν ακούγονται εκεί κάτω, οι φωνές. Μόνο πληθαίνουν τα παλτά του κόσμου, ο συνωστισμός εντείνεται και πολλαπλασιάζονται γύρω της τα παιδικά χέρια καθώς αναμένεται η επόμενη άφιξη. Εκείνη ακροβατεί στην άκρη της αποβάθρας κι ο αέρας του συρμού που καταφθάνει σχεδόν την παρασύρει - σχεδόν του το επιτρέπει. Μπαίνει στο βαγόνι και πίσω της κλείνει η πόρτα, πριν προλάβει κανείς άλλος να περάσει. Οι άλλες της εκδοχές, τα χέρια και τα ρούχα του απρόσωπου πλήθους, παγιδεύονται στον κατακλυσμό του σταθμού. Τώρα ακούγεται μόνο ο χτύπος της καρδιάς της. Κι ακόμα ένας.


εγγραφή στο blog

© Giannis Vassilopoulos. Από το Blogger.