Το όσο βάρος


Μου φορούσαν περισσότερα ρούχα απ' όσα χρειαζόταν. Άπλωναν το χέρι να με πιάσουν. Χωρίς τα χέρια μας πιασμένα, δεν θα πήγαινα πουθενά. Το σώμα τους στήριζε ένα ακόμα σώμα. Βγαίναμε απ' το σπίτι. Περίμενα να ξεκλειδώσουν το αυτοκίνητο και να μου ανοίξουν την  πόρτα που τη μετρούσα στο ύψος μου. Εγώ πίσω αριστερά. Εκείνοι μπροστά. Το παράθυρο γέμιζε δαχτυλιές και τα δάχτυλά μου πάγωναν. Τα παιχνιδάκια που έπαιρνα για παρέα, χανόντουσαν μες στις χαραμάδες των καθισμάτων. Τα έβρισκα κατά τύχη, μετά από καιρό, όταν πια είχα σταματήσει να τα ψάχνω.

Οι άλλες πόρτες του αυτοκινήτου χτυπούσαν δυνατά. Η δική μου ίσα που πήγαινε να κλείσει. Την δεύτερη φορά την έσπρωχνα με όλη μου τη δύναμη. Κλείδωναν κι έλεγχαν αν είχαν βάλει χειρόφρενο. Όταν φτάναμε κάποια μέτρα μακριά, γυρνούσαν να ελέγξουν και πάλι. Στις κυλιόμενες σκάλες του μετρό καθόμουν δεξιά και δίπλα μου περνούσαν οι βιαστικοί. Έσπρωχναν. Αμφιβάλλω αν είχαν αργήσει στον προορισμό τους - εάν είχαν καν προορισμό. Αφού επικυρώναμε τα εισιτήρια, στεκόμουν για λίγο κοντά στα μηχανήματα κι άκουγα μερικές ακόμα επικυρώσεις. Αυτά τα μηχανήματα ποτέ δεν χορταίνουν. Κάποια νέα ασήμαντη ανακοίνωση. Παντού οι φωνές του μετρό. Να ακούμε τ' άσχετα, να ξεχνάμε τα σχετικά. Κάποια μέρα θα κυκλοφορούν και στους δρόμους. Στα σπίτια μας είναι ήδη. 

Τουλάχιστον έφτανε ο συρμός. Οι ριψοκίνδυνοι περίμεναν στην άκρη της αποβάθρας να τους χαϊδέψει ο αέρας. Πάντα μπαίναμε σε διαφορετικό βαγόνι από εκείνο που ήθελα. Το φταίξιμο δικό μου. Ποτέ δεν έλεγα ποιο βαγόνι ήθελα. Έπιανα μία θέση στο παράθυρο, για να μη χρειάζεται να κοιτάζω τους απέναντι στα μάτια. Ή για να μη με βλέπουν να τους κοιτάζω. Μέσα απ' την αντανάκλαση φαίνονται πιο αληθινοί κι ούτε που θα το μάθουν ποτέ. Ωχ... 

Μου άρεσε όλο αυτό. Που ήμουν ίσα με το χερούλι της πόρτας του αυτοκινήτου και κοιτούσα τον μηχανισμό ενώ άνοιγε, που έχανα παιχνίδια στις χαραμάδες των καθισμάτων, που τρόμαζα με τις φωνές του μετρό. Οι φωνές του μετρό έλεγαν πως φτάναμε κάπου κι εμείς σηκωνόμασταν από νωρίς, για να προλάβουμε να βγούμε πρώτοι. Κι αν έφευγαν πρώτοι εκείνοι κι έμενα πίσω; Θα προχωρούσε ο συρμός κι εγώ θα περίμενα μέσα. Κάποια στιγμή θα επέστρεφαν να με βρουν. Θα με έπιαναν πάλι απ' το χέρι κι εγώ θα το άφηνα χαλαρό, να σηκώνουν εκείνοι το όσο βάρος. 

Φοράω πια λιγότερα ρούχα απ' όσα χρειάζεται. Βγαίνω απ' το σπίτι και πάω ως τη στάση. Άγνωστοι μου πιάνουν τη κουβέντα. Λένε πως το λεωφορείο καθυστερεί και πως περιμένουν ώρα. Μόλις καταλάβουν πως τους ακούω, αρχίζει ο μονόλογος. «Μα τι σου λέω κι εσένα, παιδί μου», τάχα απορούν. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα σιωπής (για να μη χαλάσω το μονόλογό τους, αποφεύγω ν’ απαντήσω) λένε «Πέντε λεπτά ακόμα κι αν δεν έχει έρθει θα φύγω». Μετά από πέντε λεπτά επαναλαμβάνουν τα ίδια. 

Οι επιβάτες του λεωφορείου κοιτούν με δυσαρέσκεια τους μελλοντικούς συνεπιβάτες τους. Οι θέσεις είναι λίγες κι οι όρθιοι κουρασμένοι. Κουρασμένοι κι όσοι κάθονται, αλλά φαίνονται σαν αυτούς, τους άνευ λόγου βιαστικούς, που μόλις φτάσουμε θα ξυπνήσουν και θα τρέξουν. Οι χειρολαβές για ντεκόρ, κανείς δεν τις ακουμπά. Όλοι σκέφτονται ότι θα τις έχουν ήδη πιάσει άλλοι, χειρότεροί τους. Κι εγώ απ' τις κίτρινες κολόνες πιάνομαι - όρθιος, κοντά στον οδηγό. Το λεωφορείο γεμίζει ασφυκτικά κι οι καθιστοί φωνάζουν μεταξύ τους. Σαν να νιώθουν την ανάγκη να ξέρουν κι οι υπόλοιποι για τί μιλάνε. 

Ξεχυθείτε, βιαστικοί! Οι πόρτες άνοιξαν. Τρέξτε στις κυλιόμενες, στα αριστερά. Τρέχω κι εγώ μαζί σας. Όταν επικυρώνω πλέον μόνος το εισιτήριό μου, δεν κάθομαι ν' ακούσω τα επόμενα. Περπατώ κατά μήκος της κόκκινης γραμμής και περιμένω πέντε ή επτά λεπτά να φτάσει ο συρμός. Με φυσάει πια και εμένα ο αέρας καθώς περνάει. Κάποιους άλλους περισσότερο. Λίγα δευτερόλεπτα αφού ανοίξουν οι πόρτες, σκέφτομαι σε ποιο βαγόνι θέλω να μπω - και μπαίνω. 

Όρθιος. Για να μπορώ να φεύγω πιο εύκολα. Για να μη χρειάζεται να κοιτάω στα μάτια. Έτσι περνάω τους σταθμούς. Όρθιος, δίπλα σε κάποια απ' τις μεσαίες κολώνες. Πιάνομαι απ' τη μέση τους, στο ύψος των ώμων μου. Κάποιο χέρι πιάνεται λίγο πιο κάτω. Σηκώνω το δικό μου ψηλότερα, μην τύχει κι ακουμπήσουν τα χέρια μας. Σηκώνεται κι αυτό, ούτε μισό χιλιοστό πιο πάνω απ' το δικό μου. Αφήνεται. Τώρα σηκώνω εγώ το όσο βάρος.

3 σχόλια:

  1. Υπέροχο Γιάννη υπέροχο!Με γύρισες περίπου 10 χρόνια πίσω μπορεί να μην έχω μπει πολλές φορές στο μετρό , μπορεί να μην έχω ακούσει και τόσο δυνατές φωνές γιατί ζω σε μια πολύ μικρή πόλη αλλά σίγουρα ήμουν καποια στιγμή ως το χερούλι της πόρτας και σίγουρα κάποια στιγμή μου φορούσαν ρούχα παραπάνω από αυτά που χρειαζόμουν .Το κυριότερο είναι ότι κάποτε σήκωναν οι άλλοι το βάρος για εμένα.Σ' ευχαριστω που μου θύμισες ότι τώρα πια εγώ σηκώνω το βάρος για τον εαυτό μου και ότι σε κάποια χρόνια θα σηκώνω εγώ το βάρος για κάποιον ή κάποιους ,άλλο ή άλλους.Σ'ευχαριστώ πολύ για αυτή την υπενθύμιση.Συνέχισε αυτό το υπέροχο σου έργο.

    Ειρήνη Πολυδωροπούλου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλησπέρα Ειρήνη! Μακάρι η αγάπη μας για αυτά που σηκώνουμε να μας κάνει να ξεχνάμε το βάρος. Όσο κι αν είναι αυτό. :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

εγγραφή στο blog

© Giannis Vassilopoulos. Από το Blogger.