Σταλακτίτες

Αν το Φθινόπωρο τον κουράζει αφάνταστα, ο Χειμώνας τον εξαντλεί οριακά. Οι δύο αυτές εποχές τον υποβάλλουν κάθε χρόνο σε όλο και δυσκολότερες δοκιμασίες, σαν να έχουν στοιχηματίσει στην αντοχή του. Τον φορτώνουν με εμπόδια, πρωτόγνωρες εμπειρίες, αμέτρητα σταυροδρόμια κι ενενήντα τόνους αμφιβολία. Όταν τον βλέπουν να αγανακτεί, γελάνε μεταξύ τους κοροϊδευτικά και τα χαχανητά τους  γεμίζουν ξεραμένα φύλλα τη γη και νιφάδες χιονιού τον ουρανό.

Η Άνοιξη και το Καλοκαίρι, αντίθετα πάντα αντιμετωπίζουν θερμά αυτό το κακόμοιρο κι αλαφροΐσκιωτο αγόρι και όποτε έρχεται η σειρά τους,  του χαρίζουν αισιοδοξία, υπομονή, αντοχή κι αγάπη. Αυτός, καταλαβαίνοντας πως με το λιώσιμο του χιονιού και το άνθισμα των λουλουδιών θα είναι και πάλι χαρούμενος, συνεχίζει να περιμένει τον ερχομό της λατρεμένης του Άνοιξης. Για κακή του τύχη όμως εκείνη τη φορά η Άνοιξη κι ο Χειμώνας έτυχε να ερωτευτούν. Έπειτα αγαπήθηκαν, ενώθηκαν και άφησαν την αποστολή της φύση τους σε δεύτερη μοίρα.

Αυτή η Άνοιξη λοιπόν, έφτασε μπερδεμένη, απροετοίμαστη. Ανίσχυρη και ξεμυαλισμένη, ούτε χιόνια ενδιαφέρθηκε  να λιώσει, ούτε λουλούδια  ν' ανθίσει. Το αγόρι σηκώθηκε πέντε λεπτά πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι και σκίζοντας αστραπιαία την τελευταία μέρα του χειμώνα απ’ το ημερολόγιο ποιημάτων του, βγήκε έξω στον κήπο του σπιτιού του, μετά από τόσους μήνες, για να δει και πάλι τα χρώματα και να τ’ αγκαλιάσει που τόσο του είχαν λείψει. Ξυπόλητος βύθισε τα πόδια του στο χώμα του κι έφτασε με αργές και προσεκτικές κινήσεις στο κέντρο του κήπου, συνειδητοποιώντας πως τα άνθη δεν είχαν ακόμα γεννηθεί. Έτρεξε ξανά μέσα στο σπίτι τρέμοντας, έφτασε ως το μπάνιο και μετά από κάποια ώρα κάτω από το παγωμένο νερό, ντύθηκε και επιφυλακτικά βγήκε πάλι έξω να δει τί συμβαίνει.

Κοιτώντας προσεκτικά τη φύση ένιωσε  τον κόσμο του να γκρεμίζεται τόσο βίαια, που ανατρίχιασε ακούγοντάς τον να θρυμματίζεται σαν πόλη από κρύσταλλο. Η Μοίρα του έμοιαζε να είχε αποφασίσει πως δεν του επιτρέπεται ούτε δικαιούται να αγαπά. Πέρασε την εξώπορτα του σπιτιού, πλησίασε στους φράκτες των γειτονικών κήπων και σηκώθηκε στις μύτες να κοιτάξει ανάμεσα από τις φθαρμένες σανίδες μήπως έχει φτάσει η Άνοιξη έστω κάπου αλλού, αλλά άδικα προσπαθούσε. Μόνο τα συνεχόμενα φταρνίσματα της γειτόνισσας ακούστηκαν κι ο δυνατός βήχας από έναν περαστικό πιο κάτω.

Απόρησε, όπως ήταν λογικό. «Χωρίς γύρη, χωρίς λουλούδια, χωρίς άνοιξη, πως άρχισαν οι αλλεργίες τους;» Δεν άργησε να περάσει από το μυαλό του το ενδεχόμενο πως η Άνοιξη είχε κρυφτεί μόνο από αυτόν. Ένιωθε πως τον είχε προδώσει. Και όντως τον είχε προδώσει, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν ήταν υποχρεωμένη να του μείνει πιστή ως την αιωνιότητα. Και πάλι όμως, το αγόρι δεν μπόρεσε να σκεφτεί με λογική, ούτε άλλωστε ήταν φίλος της. Δεν μπόρεσε να το συγχωρέσει αυτό στην αλλοπαρμένη Άνοιξη, που μέρα με τη μέρα άρχιζε να μοιάζει με Χειμώνα.

Αφοσιώθηκε με επιμονή στην προσπάθειά του να χωρίσει τις δυο μπερδεμένες εποχές. Τις παρακολούθησε στενά, χωρίς να γυρνά τα μάτια του αλλού ούτε για αστείο. Σαν να θυσίασε τον εαυτό του στο ζευγαρωμένο Χειμώνα που μέχρι πριν λίγο καιρό πολεμούσε με όλη του δύναμη, σαν να έπαψε να τον θεωρεί αντίπαλο, σαν μια ακόμα θύελλα του Χειμώνα και ο ίδιος, έκλεισε τα μάτια του κι άφησε το σώμα του να καταρρεύσει.

Όταν ξύπνησε, ούτε ο άνεμος ούτε το χιόνι τον ενοχλούσαν πια. Ημιλιπόθυμος, περπάτησε για πάρα πολύ ώρα χωρίς να ξέρει αν απλώς κάνει κύκλους και χωρίς να μπορεί να βάλει κάποιο σημάδι επιστροφής στην πλέον ολόλευκη μα ακόμα πιο εύθραυστη ζωή του. Πριν τον εγκαταλείψει εντελώς ο εαυτός του, σκόνταψε στις ρίζες ενός θεόρατου δέντρου, η κορυφή του οποίου χανόταν ψηλά στην ομίχλη. Οι σταλακτίτες που είχαν σχηματιστεί στα κλαδιά του με το αδιόρατο λίκνισμά τους σα να τον χαιρετούσαν, αφήνοντάς  κομμένη την ανάσα του.

Σηκώθηκε με τόσο αργές κινήσεις που η ζωή παραλίγο να τον ξεχάσει. Φτάνοντας σε ασφαλή απόσταση από τους υπέροχους μα ταυτόχρονα απειλητικούς σταλακτίτες άρχισε να τους περιεργάζεται, να πλησιάζει τον δείκτη του στις αιχμές τους για να αισθανθεί τις λεπτομέρειες του σώματός τους. Όχι πολύ αργότερα, άρχισαν τις συζητήσεις. Σε κάθε του κουβέντα, χτυπούσε με το πόδι του τον κορμό του δέντρου και οι σταλακτίτες με τις ταλαντώσεις τους απαντούσαν μουσικά. Έτσι αποφάσισε να ζήσει με το φάντασμα μιας εποχής που ποτέ δεν ήρθε, της Άνοιξης που τον εγκατέλειψε για έναν ψυχρό Χειμώνα. Κάθισε εκεί τόσο που παραλίγο να γίνουν οι ρίζες του δέντρου σκιά του. Αγαπώντας τα κρυστάλλινα άνθη μιας απώλειας.

Η Άνοιξη που ερωτεύτηκε έναν Χειμώνα όμως, ετοιμαζόταν να παραχωρήσει τη θέση της στο Καλοκαίρι. Το τελευταίο, χωρίς ξαφνικούς έρωτες, ήταν αποφασισμένο να εκπληρώσει την αποστολή του με απόλυτη ακρίβεια. Μπορεί και εντονότερα, αφού η Άνοιξη απέτυχε. Το αγόρι όμως δεν θα άφηνε κάτι τέτοιο να συμβεί. Είχε ήδη προδοθεί από την αγαπημένη του εποχή, δεν θα έμενε άπραγος να δει τους σταλακτίτες, που τελικά αγάπησε ακόμα περισσότερο και από την Άνοιξη, να λιώνουν για ένα καλοκαίρι που αποφάσισε να κάνει την εμφάνισή του αδιαφορώντας για το ότι είχε συμβεί στο μεταξύ. Θα κρατούσε τον Χειμώνα και μετά τον ερχομό του Καλοκαιριού, με κάθε κόστος.

Αναστατωμένος, σηκώθηκε προσεκτικά και χάιδεψε τους σταλακτίτες απαλά. «Μη φοβάστε, θα σας προστατέψω!» προσπάθησε να τους καθησυχάσει. Χωρίς να χάνει λεπτό, άρχισε να μαζεύει χιόνι από τα γύρω μέρη. Αμέτρητες διαδρομές έκανε, σαν να προσπαθούσε να τρελάνει τον εαυτό του μεταφέροντας χιόνι, που ούτως ή άλλως σκορπιζόταν στη διαδρομή. Μετά από πολλές λευκές νύχτες είχε πια οχυρώσει το δέντρο του με ένα κάστρο από πάγο.

Έπαψε να νιώθει τα χέρια του. Ούτε καν μουδιασμένα δεν ήταν. Στο πρώτο φως του καλοκαιριού μόνο, προσπάθησε για λίγο να ξεχάσει πως είναι αντιμέτωπος με τη ζέστη και τα τέντωσε λίγο κάτω από μια ακτίνα φωτός. Το κάστρο από χιόνι που είχε φτιάξει, θα διατηρούσε τους σταλακτίτες για λίγο ακόμα καιρό. Έτσι και έγινε. Τελικά και οι επόμενες εποχές μπερδεύτηκαν, αυτή τη φορά εξ αιτίας του. Τις βρήκε και αυτές απροετοίμαστες και τις έκανε να πιστέψουν πως είναι στην πραγματικότητα Χειμώνας με αποτέλεσμα να ενισχύσουν την προσπάθειά του αντί να σταθούν εμπόδιο.

Ακόμα περισσότερες εποχές μπερδεύτηκαν, κάνοντας τις μέρες να διαδέχονται βασανιστικά η μία την άλλη. Οι μήνες παγωμένοι περνούσαν στο μυαλό του αγοριού και πίσω τους άφηναν χαμένα τα πρώην όνειρά του, τη ζωή του και εκείνον τον εαυτό του που κάποτε αγαπούσε μια ξελογιασμένη Άνοιξη. Οι σταλακτίτες ήταν το μόνο που τον ένοιαζε.

Όταν πια το κατάλαβε, είχε ήδη αλλάξει τα πάντα μέσα και έξω του. Είχε με τον τρόπο του αφήσει τον Χειμώνα να απλωθεί σε όλη του τη ζωή, είχε γίνει κι εκείνος παιδί του, η ψύχρα του είχε ερημώσει τον εσωτερικό του κήπο κι όλα τα δέντρα μέσα του είχαν απογυμνωθεί. Ένιωθε πως η λευκή ζωή του χρειαζόταν τα χρώματα περισσότερο από ποτέ. Ήταν πλέον έτοιμος να ζήσει κάθε εποχή όπως εκείνη παρουσιαστεί, όπως τύχει να έρθει. Κοίταξε γύρω του το ανάκτορό του, τους σταλακτίτες που τόσο αγάπησε.

«Ποτέ ως τώρα δεν μπόρεσα να σας έχω πραγματικά, ούτε καν να σας ακουμπήσω για πολύ μήπως και λιώσετε. Μα πριν γίνουμε ένα, εγώ κι εσείς, και παγώσουμε και λιώσουμε μαζί, καλύτερα θα ήταν να σας αποχαιρετήσω και να συνεχίσει καθένας στην εποχή του, έτσι δεν είναι;» χαμογέλασε κι ευχόταν να μπορούσε να αντικρίσει έστω ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο να του επιστρέφεται. Τι χαζός, να περιμένει μερικούς σταλακτίτες να χαμογελάσουν.

Τους αγκάλιασε τρυφερά, χωρίς ενοχές που θα έλιωναν μες στα χέρια του. Το κάστρο τους άρχισε να λιώνει, το δέντρο να απογυμνώνεται και το αγόρι… το αγόρι άφησε τους λιωμένους πάγους να κυλήσουν από πάνω του ως στο χώμα. Το πότισαν βαθιά, όσο ποτέ πριν και με τον ήχο του σκισίματος μιας ακόμα σελίδας του ημερολογίου ποιημάτων, μια νέα Άνοιξη έφτασε, με αρχή, μέση και τέλος που η ίδια θα ορίσει.

3 σχόλια:

  1. Γιάννη το κείμενο σου υπέροχο τα υπόλοιπο σχόλιο μου σου το έχω στείλει με e-mail...

    Ειρήνη Πολυδωροπούλου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ειρήνη! :)

    Σ' ευχαριστώ πολύ! :) Δεν έχω λάβει ακόμα κάποιο e-mail, μήπως δεν έχεις το σωστό;

    Γ.Β.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δεν ξέρω αν εχω το σωστό αλλά θα ξανά προσπαθήσω αν και σε αυτή την ζωή το αποτέλεσμα είναι που μετράει.

    Ειρήνη Πολυδωροπούλου

    ΑπάντησηΔιαγραφή

εγγραφή στο blog

© Giannis Vassilopoulos. Από το Blogger.